νηπιαγωγός


νηπιαγωγός
[нипиагогос] ουσ. Θ. воспитательница детского сада.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "νηπιαγωγός" в других словарях:

  • νηπιαγωγός — ο, η 1. ειδικός παιδαγωγός ο οποίος ασχολείται με την αγωγή παιδιών προσχολικής ηλικίας 2. το θηλ. γυναίκα που επιβλέπει τα παιδιά προσχολικής ηλικίας στο σπίτι, γκουβερνάντα, νταντά. [ΕΤΥΜΟΛ. < νήπιο + αγωγός. Η λ. μαρτυρείται από το 1880… …   Dictionary of Greek

  • νηπιαγωγός — η ειδική παιδαγωγός για παιδιά του νηπιαγωγείου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νηπιαγωγείο — Ειδικό εκπαιδευτήριο, στο oποίο ασκείται η αγωγή των νηπίων. Η φοίτηση στο ν. αρχίζει συνήθως από το τρίτο έτος της ηλικίας και τελειώνει όταν το παιδί φτάσει στην καθορισμένη για το δημοτικό σχολείο ηλικία. Το ν. αποτελεί σημαντικό σταθμό της… …   Dictionary of Greek

  • νήπιος — α, ο (ΑΜ νήπιος, ία, ον, Α και νήπιος, ον, Α θηλ. ιων. τ. νηπίη, Μ και νηπίος, ον, Μ ουδ. και νήφιο) 1. το ουδ. ως ουσ. το νήπιο(ν) α) παιδί νηπιακής ηλικίας β) (για πρόσ.) μτφ. πολύ νεαρός, ανήλικος γ) μτφ. άμυαλος, ανώριμος («νήπιος, οὐδὲ τὸ… …   Dictionary of Greek

  • Γουμενοπούλου-Κουβαλιά, Μαρία — (Αθήνα 1923 –). Νηπιαγωγός, κοινωνική λειτουργός και λογοτέχνης. Σπούδασε στη σχολή νηπιαγωγών και κοινωνικών λειτουργών. Από τα μαθητικά της χρόνια ακόμα, άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνία, την οποία και καλλιέργησε σημαντικά αργότερα με… …   Dictionary of Greek

  • νένα — η (λ. τουρκ.) 1. παραμάνα, τροφός. 2. νηπιαγωγός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)